Gennao

Gennao

ΓΕΝΝΩ
I bear
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
γεννάω, γεννώ γεννάμε, γεννούμε γεννιέμαι γεννιόμαστε
γεννάς γεννάτε γεννιέσαι γεννιέστε, γεννιόσαστε
γεννάει, γεννά γεννάν(ε), γεννούν(ε) γεννιέται γεννιούνται, γεννιόνται
Imper
fect
γεννούσα, γένναγα γεννούσαμε, γεννάγαμε γεννιόμουν(α) γεννιόμαστε, γεννιόμασταν
γεννούσες, γένναγες γεννούσατε, γεννάγατε γεννιόσουν(α) γεννιόσαστε, γεννιόσασταν
γεννούσε, γένναγε γεννούσαν(ε), γένναγαν, γεννάγανε γεννιόταν(ε) γεννιόνταν(ε), γεννιούνταν, γεννιόντουσαν
Aorist γέννησα γεννήσαμε γεννήθηκα γεννηθήκαμε
γέννησες γεννήσατε γεννήθηκες γεννηθήκατε
γέννησε γέννησαν, γεννήσαν(ε) γεννήθηκε γεννήθηκαν, γεννηθήκαν(ε)
Perf
ect
έχω γεννήσει
έχω γεννημένο
έχουμε γεννήσει
έχουμε γεννημένο
έχω γεννηθεί
είμαι γεννημένος, -η
έχουμε γεννηθεί
είμαστε γεννημένοι, -ες
έχεις γεννήσει
έχεις γεννημένο
έχετε γεννήσει
έχετε γεννημένο
έχεις γεννηθεί
είσαι γεννημένος, -η
έχετε γεννηθεί
είστε γεννημένοι, -ες
έχει γεννήσει
έχει γεννημένο
έχουν γεννήσει
έχουν γεννημένο
έχει γεννηθεί
είναι γεννημένος, -η, -ο
έχουν γεννηθεί
είναι γεννημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ect
είχα γεννήσει
είχα γεννημένο
είχαμε γεννήσει
είχαμε γεννημένο
είχα γεννηθεί
ήμουν γεννημένος, -η
είχαμε γεννηθεί
ήμαστε γεννημένοι, -ες
είχες γεννήσει
είχες γεννημένο
είχατε γεννήσει
είχατε γεννημένο
είχες γεννηθεί
ήσουν γεννημένος, -η
είχατε γεννηθεί
ήσαστε γεννημένοι, -ες
είχε γεννήσει
είχε γεννημένο
είχαν γεννήσει
είχαν γεννημένο
είχε γεννηθεί
ήταν γεννημένος, -η, -ο
είχαν γεννηθεί
ήταν γεννημένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα γεννάω, θα γεννώ θα γεννάμε, θα γεννούμε θα γεννιέμαι θα γεννιόμαστε
θα γεννάς θα γεννάτε θα γεννιέσαι θα γεννιέστε, θα γεννιόσαστε
θα γεννάει, θα γεννά θα γεννάν(ε), θα γεννούν(ε) θα γεννιέται θα γεννιούνται, θα γεννιόνται
Simp
Fut
θα γεννήσω θα γεννήσουμε, θα γεννήσομε θα γεννηθώ θα γεννηθούμε
θα γεννήσεις θα γεννήσετε θα γεννηθείς θα γεννηθείτε
θα γεννήσει θα γεννήσουν(ε) θα γεννηθεί θα γεννηθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω γεννήσει
θα έχω γεννημένο
θα έχουμε γεννήσει
θα έχουμε γεννημένο
θα έχω γεννηθεί
θα είμαι γεννημένος, -η
θα έχουμε γεννηθεί
θα είμαστε γεννημένοι, -ες
θα έχεις γεννήσει
θα έχεις γεννημένο
θα έχετε γεννήσει
θα έχετε γεννημένο
θα έχεις γεννηθεί
θα είσαι γεννημένος, -η
θα έχετε γεννηθεί
θα είστε γεννημένοι, -ες
θα έχει γεννήσει
θα έχει γεννημένο
θα έχουν γεννήσει
θα έχουν γεννημένο
θα έχει γεννηθεί
θα είναι γεννημένος, -η, -ο
θα έχουν γεννηθεί
θα είναι γεννημένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να γεννάω, να γεννώ να γεννάμε, να γεννούμε να γεννιέμαι να γεννιόμαστε
να γεννάς να γεννάτε να γεννιέσαι να γεννιέστε, να γεννιόσαστε
να γεννάει, να γεννά να γεννάν(ε), να γεννούν(ε) να γεννιέται να γεννιούνται, να γεννιόνται
Aorist να γεννήσω να γεννήσουμε, να γεννήσομε να γεννηθώ να γεννηθούμε
να γεννήσεις να γεννήσετε να γεννηθείς να γεννηθείτε
να γεννήσει να γεννήσουν(ε) να γεννηθεί να γεννηθούν(ε)
Perf να έχω γεννήσει
να έχω γεννημένο
να έχουμε γεννήσει
να έχουμε γεννημένο
να έχω γεννηθεί
να είμαι γεννημένος, -η
να έχουμε γεννηθεί
να είμαστε γεννημένοι, -ες
να έχεις γεννήσει
να έχεις γεννημένο
να έχετε γεννήσει
να έχετε γεννημένο
να έχεις γεννηθεί
να είσαι γεννημένος, -η
να έχετε γεννηθεί
να είστε γεννημένοι, -η
να έχει γεννήσει
να έχει γεννημένο
να έχουν γεννήσει
να έχουν γεννημένο
να έχει γεννηθεί
να είναι γεννημένος, -η, -ο
να έχουν γεννηθεί
να είναι γεννημένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres γέννα, γένναγε γεννάτε γεννιέστε
Aorist γέννησε, γέννα γεννήστε γεννήσου γεννηθείτε
Part
iciple
Pres γεννώντας
Perf έχοντας γεννήσει, έχοντας γεννημένο γεννημένος, -η, -ο γεννημένοι, -ες, -α
Infin Aorist γεννήσει γεννηθεί


2017-03-22T01:55:15+00:00