Eksegeiro

Eksegeiro

ΕΞΕΓΕΙΡΩ
I rouse
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
εξεγείρω εξεγείρουμε, εξεγείρομε εξεγείρομαι εξεγειρόμαστε
εξεγείρεις εξεγείρετε εξεγείρεσαι εξεγείρεστε, εξεγειρόσαστε
εξεγείρει εξεγείρουν(ε) εξεγείρεται εξεγείρονται
Imper
fect
εξήγειρα, εξέγειρα εξεγείραμε εξεγειρόμουν(α) εξεγειρόμαστε
εξήγειρες, εξέγειρες εξεγείρατε εξεγειρόσουν(α) εξεγειρόσαστε
εξήγειρε, εξέγειρε εξήγειραν, εξεγείραν(ε) εξεγειρόταν(ε) εξεγείρονταν
Aorist εξήγειρα, εξέγειρα εξεγείραμε εξεγέρθηκα εξεγερθήκαμε
εξήγειρες, εξέγειρες εξεγείρατε εξεγέρθηκες εξεγερθήκατε
εξήγειρε, εξέγειρε εξήγειραν, εξεγείραν(ε) εξεγέρθηκε εξεγέρθηκαν, εξεγερθήκαν(ε)
Per
fect
έχω εξεγείρει έχουμε εξεγείρει έχω εξεγερθεί
είμαι εξεγερμένος, -η
έχουμε εξεγερθεί
είμαστε εξεγερμένοι, -ες
έχεις εξεγείρει έχετε εξεγείρει έχεις εξεγερθεί
είσαι εξεγερμένος, -η
έχετε εξεγερθεί
είστε εξεγερμένοι, -ες
έχει εξεγείρει έχουν εξεγείρει έχει εξεγερθεί
είναι εξεγερμένος, -η, -ο
έχουν εξεγερθεί
είναι εξεγερμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εξεγείρει είχαμε εξεγείρει είχα εξεγερθεί
ήμουν εξεγερμένος, -η
είχαμε εξεγερθεί
ήμαστε εξεγερμένοι, -ες
είχες εξεγείρει είχατε εξεγείρει είχες εξεγερθεί
ήσουν εξεγερμένος, -η
είχατε εξεγερθεί
ήσαστε εξεγερμένοι, -ες
είχε εξεγείρει είχαν εξεγείρει είχε εξεγερθεί
ήταν εξεγερμένος, -η, -ο
είχαν εξεγερθεί
ήταν εξεγερμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα εξεγείρω θα εξεγείρουμε, θα εξεγείρομε θα εξεγείρομαι θα εξεγειρόμαστε
θα εξεγείρεις θα εξεγείρετε θα εξεγείρεσαι θα εξεγείρεστε, θα εξεγειρόσαστε
θα εξεγείρει θα εξεγείρουν(ε) θα εξεγείρεται θα εξεγείρονται
Simp
Fut
θα εξεγείρω θα εξεγείρουμε, θα εξεγείρομε θα εξεγερθώ θα εξεγερθούμε
θα εξεγείρεις θα εξεγείρετε θα εξεγερθείς θα εξεγερθείτε
θα εξεγείρει θα εξεγείρουν(ε) θα εξεγερθεί θα εξεγερθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω εξεγείρει θα έχουμε εξεγείρει θα έχω εξεγερθεί
θα είμαι εξεγερμένος, -η
θα έχουμε εξεγερθεί
θα είμαστε εξεγερμένοι, -ες
θα έχεις εξεγείρει θα έχετε εξεγείρει θα έχεις εξεγερθεί
θα είσαι εξεγερμένος, -η
θα έχετε εξεγερθεί
θα είστε εξεγερμένοι, -ες
θα έχει εξεγείρει θα έχουν εξεγείρει θα έχει εξεγερθεί
θα είναι εξεγερμένος, -η, -ο
θα έχουν εξεγερθεί
θα είναι εξεγερμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να εξεγείρω να εξεγείρουμε, να εξεγείρομε να εξεγείρομαι να εξεγειρόμαστε
να εξεγείρεις να εξεγείρετε να εξεγείρεσαι να εξεγείρεστε, να εξεγειρόσαστε
να εξεγείρει να εξεγείρουν(ε) να εξεγείρεται να εξεγείρονται
Aorist να εξεγείρω να εξεγείρουμε, να εξεγείρομε να εξεγερθώ να εξεγερθούμε
να εξεγείρεις να εξεγείρετε να εξεγερθείς να εξεγερθείτε
να εξεγείρει να εξεγείρουν(ε) να εξεγερθεί να εξεγερθούν(ε)
Perf να έχω εξεγείρει να έχουμε εξεγείρει να έχω εξεγερθεί
να είμαι εξεγερμένος, -η
να έχουμε εξεγερθεί
να είμαστε εξεγερμένοι, -ες
να έχεις εξεγείρει να έχετε εξεγείρει να έχεις εξεγερθεί
να είσαι εξεγερμένος, -η
να έχετε εξεγερθεί
να είστε εξεγερμένοι, -ες
να έχει εξεγείρει να έχουν εξεγείρει να έχει εξεγερθεί
να είναι εξεγερμένος, -η, -ο
να έχουν εξεγερθεί
να είναι εξεγερμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres εξέγειρε εξεγείρετε εξεγείρεστε
Aorist εξέγειρε εξεγείρετε (εξεγέρσου) εξεγερθείτε
Part
iciple
Pres εξεγείροντας εξεγειρόμενος
Perf έχοντας εξεγείρει εξεγερμένος, -η, -ο εξεγερμένοι, -ες, -α
Infin Aorist εξεγείρει εξεγερθεί


2017-03-22T01:54:53+00:00