Apoluo

Apoluo

ΑΠΟΛΥΩ
I release
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
απολύω απολύουμε, απολύομε απολύομαι απολυόμαστε
απολύεις απολύετε απολύεσαι απολύεστε, απολυόσαστε
απολύει απολύουν(ε) απολύεται απολύονται
Imper
fect
απέλυα απολύαμε απολυόμουν(α) απολυόμαστε
απέλυες απολύατε απολυόσουν(α) απολυόσαστε
απέλυε απέλυαν, απολύαν(ε) απολυόταν(ε) απολύονταν
Aorist απέλυσα, απόλυσα απολύσαμε απολύθηκα απολυθήκαμε
απέλυσες, απόλυσες απολύσατε απολύθηκες απολυθήκατε
απέλυσε, απόλυσε απέλυσαν, απολύσαν(ε) απολύθηκε απολύθηκαν, απολυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω απολύσει
έχω απολυμένο
έχουμε απολύσει
έχουμε απολυμένο
έχω απολυθεί
είμαι απολυμένος, -η
έχουμε απολυθεί
είμαστε απολυμένοι, -ες
έχεις απολύσει
έχεις απολυμένο
έχετε απολύσει
έχετε απολυμένο
έχεις απολυθεί
είσαι απολυμένος, -η
έχετε απολυθεί
είστε απολυμένοι, -ες
έχει απολύσει
έχει απολυμένο
έχουν απολύσει
έχουν απολυμένο
έχει απολυθεί
είναι απολυμένος, -η, -ο
έχουν απολυθεί
είναι απολυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα απολύσει
είχα απολυμένο
είχαμε απολύσει
είχαμε απολυμένο
είχα απολυθεί
ήμουν απολυμένος, -η
είχαμε απολυθεί
ήμαστε απολυμένοι, -ες
είχες απολύσει
είχες απολυμένο
είχατε απολύσει
είχατε απολυμένο
είχες απολυθεί
ήσουν απολυμένος, -η
είχατε απολυθεί
ήσαστε απολυμένοι, -ες
είχε απολύσει
είχε απολυμένο
είχαν απολύσει
είχαν απολυμένο
είχε απολυθεί
ήταν απολυμένος, -η, -ο
είχαν απολυθεί
ήταν απολυμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα απολύω θα απολύουμε, θα απολύομε θα απολύομαι θα απολυόμαστε
θα απολύεις θα απολύετε θα απολύεσαι θα απολύεστε θα απολυόσαστε
θα απολύει θα απολύουν(ε) θα απολύεται θα απολύονται
Simp
Fut
θα απολύσω θα απολύσουμε, θα απολύσομε θα απολυθώ θα απολυθούμε
θα απολύσεις θα απολύσετε θα απολυθείς θα απολυθείτε
θα απολύσει θα απολύσουν(ε) θα απολυθεί θα απολυθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω απολύσει
θα έχω απολυμένο
θα έχουμε απολύσει
θα έχουμε απολυμένο
θα έχω απολυθεί
θα είμαι απολυμένος, -η
θα έχουμε απολυθεί
θα είμαστε απολυμένοι, -ες
θα έχεις απολύσει
θα έχεις απολυμένο
θα έχετε απολύσει
θα έχετε απολυμένο
θα έχεις απολυθεί
θα είσαι απολυμένος, -η
θα έχετε απολυθεί
θα είστε απολυμένοι, -ες
θα έχει απολύσει
θα έχει απολυμένο
θα έχουν απολύσει
θα έχουν απολυμένο
θα έχει απολυθεί
θα είναι απολυμένος, -η, -ο
θα έχουν απολυθεί
θα είναι απολυμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να απολύω να απολύουμε, να απολύομε να απολύομαι να απολυόμαστε
να απολύεις να απολύετε να απολύεσαι να απολύεστε, να απολυόσαστε
να απολύει να απολύουν(ε) να απολύεται να απολύονται
Aorist να απολύσω να απολύσουμε, να απολύσομε να απολυθώ να απολυθούμε
να απολύσεις να απολύσετε να απολυθείς να απολυθείτε
να απολύσει να απολύσουν(ε) να απολυθεί να απολυθούν(ε)
Perf να έχω απολύσει
να έχω απολυμένο
να έχουμε απολύσει
να έχουμε απολυμένο
να έχω απολυθεί
να είμαι απολυμένος, -η
να έχουμε απολυθεί
να είμαστε απολυμένοι, -ες
να έχεις απολύσει
να έχεις απολυμένο
να έχετε απολύσει
να έχετε απολυμένο
να έχεις απολυθεί
να είσαι απολυμένος, -η
να έχετε απολυθεί
να είστε απολυμένοι, -ες
να έχει απολύσει
να έχει απολυμένο
να έχουν απολύσει
να έχουν απολυμένο
να έχει απολυθεί
να είναι απολυμένος, -η, -ο
να έχουν απολυθεί
να είναι απολυμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres απόλυε απολύετε απολύεστε
Aorist απόλυσε απολύσετε, απολύστε απολύσου απολυθείτε
Part
iciple
Pres απολύοντας
Perf έχοντας απολύσει, έχοντας απολυμένο απολυμένος, -η, -ο απολυμένοι, -ες, -α
Infin Aorist απολύσει απολυθεί


2017-03-22T01:54:11+00:00