Apelauno

Apelauno

ΑΠΕΛΑΥΝΩ
I expel
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
απελαύνω απελαύνουμε, απελαύνομε απελαύνομαι απελαυνόμαστε
απελαύνεις απελαύνετε απελαύνεσαι απελαύνεστε, απελαυνόσαστε
απελαύνει απελαύνουν(ε) απελαύνεται απελαύνονται
Imper
fect
απέλαυνα, απήλαυνα απελαύναμε απελαυνόμουν(α) απελαυνόμαστε
απέλαυνες, απήλαυνες απελαύνατε απελαυνόσουν(α) απελαυνόσαστε
απέλαυνε, απήλαυνε απελαύναν(ε), απήλαυναν απελαυνόταν(ε) απελαύνονταν
Aorist απέλασα, απήλασα απελάσαμε απελάθηκα απελαθήκαμε
απέλασες, απήλασες απελάσατε απελάθηκες απελαθήκατε
απέλασε, απήλασε απέλασαν, απελάσαν(ε), απήλασαν απελάθηκε απελάθηκαν, απελαθήκαν(ε)
Per
fect
έχω απελάσει έχουμε απελάσει έχω απελαθεί έχουμε απελαθεί
έχεις απελάσει έχετε απελάσει έχεις απελαθεί έχετε απελαθεί
έχει απελάσει έχουν απελάσει έχει απελαθεί έχουν απελαθεί
Plu
per
fect
είχα απελάσει είχαμε απελάσει είχα απελαθεί είχαμε απελαθεί
είχες απελάσει είχατε απελάσει είχες απελαθεί είχατε απελαθεί
είχε απελάσει είχαν απελάσει είχε απελαθεί είχαν απελαθεί
Fut
ure
Cont
inuous
θα απελαύνω θα απελαύνουμε, θα απελαύνομε θα απελαύνομαι θα απελαυνόμαστε
θα απελαύνεις θα απελαύνετε θα απελαύνεσαι θα απελαύνεστε θα απελαυνόσαστε
θα απελαύνει θα απελαύνουν(ε) θα απελαύνεται θα απελαύνονται
Simp
Fut
θα απελάσω θα απελάσουμε, θα απελάσομε θα απελαθώ θα απελαθούμε
θα απελάσεις θα απελάσετε θα απελαθείς θα απελαθείτε
θα απελάσει θα απελάσουν(ε) θα απελαθεί θα απελαθούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω απελάσει θα έχουμε απελάσει θα έχω απελαθεί θα έχουμε απελαθεί
θα έχεις απελάσει θα έχετε απελάσει θα έχεις απελαθεί θα έχετε απελαθεί
θα έχει απελάσει θα έχουν απελάσει θα έχει απελαθεί θα έχουν απελαθεί
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να απελαύνω να απελαύνουμε, να απελαύνομε να απελαύνομαι να απελαυνόμαστε
να απελαύνεις να απελαύνετε να απελαύνεσαι να απελαύνεστε, να απελαυνόσαστε
να απελαύνει να απελαύνουν(ε) να απελαύνεται να απελαύνονται
Aorist να απελάσω να απελάσουμε, να απελάσομε να απελαθώ να απελαθούμε
να απελάσεις να απελάσετε να απελαθείς να απελαθείτε
να απελάσει να απελάσουν(ε) να απελαθεί να απελαθούν(ε)
Perf να έχω απελάσει να έχουμε απελάσει να έχω απελαθεί να έχουμε απελαθεί
να έχεις απελάσει να έχετε απελάσει να έχεις απελαθεί να έχετε απελαθεί
να έχει απελάσει να έχουν απελάσει να έχει απελαθεί να έχουν απελαθεί
Imper
ative
Pres απέλαυνε απελαύνετε απελαύνεστε
Aorist απέλασε απελάστε, απελάσετε απελάσου απελαθείτε
Part
iciple
Pres απελαύνοντας απελαυνόμενος
Perf έχοντας απελάσει
Infin Aorist απελάσει απελαθεί


2017-03-22T01:54:07+00:00