Anebaino | ΑΝΕΒΑΙΝΩ

/, Α/Anebaino | ΑΝΕΒΑΙΝΩ

Anebaino | ΑΝΕΒΑΙΝΩ

ΑΝΕΒΑΙΝΩ
I ascend
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
ανεβαίνω ανεβαίνουμε, ανεβαίνομε
ανεβαίνεις ανεβαίνετε
ανεβαίνει ανεβαίνουν(ε)
Imper
fect
ανέβαινα ανεβαίναμε
ανέβαινες ανεβαίνατε
ανέβαινε ανέβαιναν, ανεβαίναν(ε)
Aorist ανέβηκα, ανέβασα ανεβήκαμε
ανέβηκες ανεβήκατε
ανέβηκε ανέβηκαν, ανεβήκαν(ε)
Per
fect
έχω ανέβει/ανεβεί
είμαι ανεβασμένος, -η
έχουμε ανέβει/ανεβεί
είμαστε ανεβασμένοι, -ες
έχεις ανέβει/ανεβεί
είσαι ανεβασμένος, -η
έχετε ανέβει/ανεβεί
είστε ανεβασμένοι, -ες
έχει ανέβει/ανεβεί
είναι ανεβασμένος, -η, -ο
έχουν ανέβει/ανεβεί
είναι ανεβασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ανέβει/ανεβεί
ήμουν ανεβασμένος, -η
είχαμε ανέβει/ανεβεί
ήμαστε ανεβασμένοι, -ες
είχες ανέβει/ανεβεί
ήσουν ανεβασμένος, -η
είχατε ανέβει/ανεβεί
ήσαστε ανεβασμένοι, -ες
είχε ανέβει/ανεβεί
ήταν ανεβασμένος, -η, -ο
είχαν ανέβει/ανεβεί
ήταν ανεβασμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα ανεβαίνω θα ανεβαίνουμε, θα ανεβαίνομε
θα ανεβαίνεις θα ανεβαίνετε
θα ανεβαίνει θα ανεβαίνουν(ε)
Simp
Fut
θα ανέβω, θα ανεβώ θα ανέβουμε, θα ανέβομε, θα ανεβούμε
θα ανέβεις, θα ανεβείς θα ανέβετε, θα ανεβείτε
θα ανέβει, θα ανεβεί θα ανέβουν(ε), θα ανεβούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω ανέβει/ανεβεί
θα είμαι ανεβασμένος, -η
θα έχουμε ανέβει/ανεβεί
θα είμαστε ανεβασμένοι, -ες
θα έχεις ανέβει/ανεβεί
θα είσαι ανεβασμένος, -η
θα έχετε ανέβει/ανεβεί
θα είστε ανεβασμένοι, -ες
θα έχει ανέβει/ανεβεί
θα είναι ανεβασμένος, -η, -ο
θα έχουν ανέβει/ανεβεί
θα είναι ανεβασμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να ανεβαίνω να ανεβαίνουμε, να ανεβαίνομε
να ανεβαίνεις να ανεβαίνετε
να ανεβαίνει να ανεβαίνουν(ε)
Aorist να ανέβω, να ανεβώ να ανέβουμε, να ανέβομε, να ανεβούμε
να ανέβεις, να ανεβείς να ανέβειτε, να ανεβείτε
να ανέβει, να ανεβεί να ανεβούν
Perf να έχω ανέβει/ανεβεί
να είμαι ανεβασμένος, -η
να έχουμε ανέβει/ανεβεί
να είμαστε ανεβασμένοι, -ες
να έχεις ανέβει/ανεβεί
να είσαι ανεβασμένος, -η
να έχετε ανέβει/ανεβεί
να είστε ανεβασμένοι, -ες
να έχει ανέβει/ανεβεί
να είναι ανεβασμένος, -η, -ο
να έχουν ανέβει/ανεβεί
να είναι ανεβασμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres ανέβαινε ανεβαίνετε
Aorist ανέβα ανεβείτε
Part
iciple
Pres ανεβαίνοντας
Perf έχοντας ανέβει/ανεβεί, όντας ανεβασμένος
Infin Aorist ανέβει/ανεβεί

 

2017-03-22T01:54:01+00:00